term time
term
tɜ:m
tēm
time
taɪm
taim

Ορισμός και σημασία του "term time"στα αγγλικά

01

περίοδος σχολικού έτους, χρόνος εξαμήνου

the period during which regular academic sessions or terms are conducted in schools or educational institutions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
term times
Παραδείγματα
During term time, students attend classes and participate in extracurricular activities. 

Κατά τη διάρκεια της περιόδου του εξαμήνου, οι μαθητές παρακολουθούν μαθήματα και συμμετέχουν σε εξωσχολικές δραστηριότητες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store