term time
Pronunciation
/tˈɜːm tˈaɪm/

Ορισμός και σημασία του "term time"στα αγγλικά

01

περίοδος σχολικού έτους, χρόνος εξαμήνου

the period during which regular academic sessions or terms are conducted in schools or educational institutions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
term times
Παραδείγματα
Parents plan family trips outside of term time to avoid disruptions to their children's schooling.
Οι γονείς σχεδιάζουν οικογενειακά ταξίδια εκτός σχολικής περιόδου για να αποφύγουν διακοπές στη σχολική εκπαίδευση των παιδιών τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store