brayer
Pronunciation
/ˈbɹeɪɝ/

Ορισμός και σημασία του "brayer"στα αγγλικά

01

χειροκίνητος κύλινδρος, κύλινδρος μελάνης

a hand-held roller tool, often made of rubber or hard rubber, used in printmaking and other artistic processes to spread ink evenly onto a surface
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brayers
Παραδείγματα
The artist experimented with different pressure and angles while using the brayer, exploring its versatility in printmaking techniques.
Ο καλλιτέχνης πειραματίστηκε με διαφορετικές πιέσεις και γωνίες ενώ χρησιμοποιούσε τον ρολό, εξερευνώντας την ευελιξία του στις τεχνικές εκτύπωσης.

Λεξικό Δέντρο

brayer
bray
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store