Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Open problem
01
ανοιχτό πρόβλημα, άλυτη ερώτηση
a question or issue that has not yet been resolved or answered satisfactorily, often inviting further research, investigation, or debate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
open problems
Παραδείγματα
The humanities also encounter open problems, such as interpreting ambiguous historical evidence or analyzing literary texts from multiple perspectives, where consensus or definitive answers remain elusive.
Οι ανθρωπιστικές επιστήμες συναντούν επίσης ανοιχτά προβλήματα, όπως η ερμηνεία αμφίσημων ιστορικών αποδείξεων ή η ανάλυση λογοτεχνικών κειμένων από πολλαπλές προοπτικές, όπου η συναίνεση ή οι οριστικές απαντήσεις παραμένουν απρόσιτες.



























