Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Master of Engineering
/mˈæstɚɹ ʌv ˌɛndʒɪnˈɪɹɪŋ/
MEng
ME
Master of Engineering
01
Μάστερ στη Μηχανική, Διπλωματούχος Μηχανικός
a postgraduate academic degree typically involving advanced study and specialization in engineering disciplines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Masters of Engineering
Παραδείγματα
The university offers an MEng in Aerospace Engineering with a focus on aircraft design and propulsion systems.
Το πανεπιστήμιο προσφέρει ένα Master of Engineering στην Αεροδιαστημική Μηχανική με έμφαση στο σχεδιασμό αεροσκαφών και τα συστήματα πρόωσης.



























