Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Master of Engineering
01
Μάστερ στη Μηχανική, Διπλωματούχος Μηχανικός
a postgraduate academic degree typically involving advanced study and specialization in engineering disciplines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Masters of Engineering
Παραδείγματα
She completed her MEng in Electrical Engineering at MIT to specialize in power systems.
Ολοκλήρωσε το Master of Engineering στη Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στο MIT για να ειδικευτεί σε συστήματα ενέργειας.



























