Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Master of Surgery
/mˈæstɚɹ ʌv sˈɜːdʒɚɹi/
ChM
MCh
MChir
MS
Master of Surgery
01
Διδάκτορας Χειρουργικής, Μαΐστρος Χειρουργικής
a postgraduate medical degree typically involving advanced training and specialization in surgical techniques and practices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Masters of Surgery
Παραδείγματα
The university offers a ChM in General Surgery with a focus on surgical anatomy and patient care.
Το πανεπιστήμιο προσφέρει ένα Master of Surgery στη Γενική Χειρουργική με έμφαση στη χειρουργική ανατομία και τη φροντίδα των ασθενών.



























