bracing
bra
ˈbreɪ
brei
cing
sɪng
sing
spacingchasingtracingcasing

Ορισμός και σημασία του "bracing"στα αγγλικά

01

ζωηρός, ενεργητικός

imparting vitality and energy 
bracing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bracing
συγκριτικός βαθμός
more bracing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sensation, weather, experience
01

στοιχείο ενίσχυσης, στύλος στήριξης

a structural member used to stiffen a framework 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bracings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bracing
brace
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store