Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to warn away
01
προειδοποιώ για απομάκρυνση, αποτρέπω από την προσέγγιση
to tell or notify someone to avoid a place or not do something due to potential danger or risks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
away
βασικό ρήμα
warn
ενεστώτας
warn away
γ΄ ενικό πρόσωπο
warns away
ενεστώτα μετοχή
warning away
απλός αόριστος
warned away
παθητική μετοχή
warned away
Παραδείγματα
The guide warned away tourists from wandering off the trail in the dense forest.
Ο οδηγός προειδοποίησε τους τουρίστες να μην απομακρύνονται από το μονοπάτι στο πυκνό δάσος.



























