green fee
green
gri:n
grin
fee
fi:
fi

Ορισμός και σημασία του "green fee"στα αγγλικά

01

τέλος πράσινου, τέλος πρόσβασης στο γήπεδο

the amount of money a golfer pays to gain access to a golf course and play a round of golf 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
green fees
Παραδείγματα
The golf club charges a reasonable green fee for non-members who wish to play on weekends. 

Το γκολφ κλαμπ χρεώνει μια λογική χρέωση πράσινου για μη μέλη που επιθυμούν να παίξουν τα σαββατοκύριακα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store