to stump up
stump
stʌmp
stamp
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "stump up"στα αγγλικά

to stump up
01

ξεχολιαστώ, πληρώσω

to pay money, often unwillingly or under pressure 
Dialectbritish flagBritish
to stump up definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
stump
ενεστώτας
stump up
γ΄ ενικό πρόσωπο
stumps up
ενεστώτα μετοχή
stumping up
απλός αόριστος
stumped up
παθητική μετοχή
stumped up
Παραδείγματα
After dinner, everyone had to stump up their share of the bill for the meal. 

Μετά το δείπνο, όλοι έπρεπε να πληρώσουν το μερίδιό τους από τον λογαριασμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store