Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stump up
[phrase form: stump]
01
ξεχολιαστώ, πληρώσω
to pay money, often unwillingly or under pressure
Dialect
British
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
stump
ενεστώτας
stump up
γ΄ ενικό πρόσωπο
stumps up
ενεστώτα μετοχή
stumping up
απλός αόριστος
stumped up
παθητική μετοχή
stumped up
Παραδείγματα
In order to secure their spots on the team, the players had to stump up a registration fee for the sports league.
Για να εξασφαλίσουν τις θέσεις τους στην ομάδα, οι παίκτες έπρεπε να πληρώσουν ένα τέλος εγγραφής για την αθλητική λίγκα.



























