Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Foot per second
01
πόδι ανά δευτερόλεπτο, πόδι/δευτερόλεπτο
a unit of measurement used to determine the speed or velocity of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
feet per second



























