Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ring round
[phrase form: ring]
01
τηλεφωνώ γύρω, κάνω τηλεφωνικές κλήσεις
to make phone calls, usually to plan something or get information about something
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
round
βασικό ρήμα
ring
ενεστώτας
ring round
γ΄ ενικό πρόσωπο
rings round
ενεστώτα μετοχή
ringing round
απλός αόριστος
rang round
παθητική μετοχή
rung round
Παραδείγματα
Let 's ring round and see who's available for the meeting.
Ας καλέσουμε γύρω για να δούμε ποιος είναι διαθέσιμος για τη συνάντηση.



























