Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
logistically
01
λογιστικά, από λογιστική άποψη
in a manner that relates to the organization, planning, and coordination of operations or activities
Παραδείγματα
The construction project was logistically managed to minimize disruptions to the surrounding area.
Το έργο κατασκευής διαχειρίστηκε λογιστικά για να ελαχιστοποιηθούν οι διαταραχές στην περιβάλλουσα περιοχή.



























