Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to put up with
[phrase form: put]
01
ανέχομαι, υπομένω
to tolerate something or someone unpleasant, often without complaining
Transitive: to put up with an unpleasant situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up with
βασικό ρήμα
put
ενεστώτας
put up with
γ΄ ενικό πρόσωπο
puts up with
ενεστώτα μετοχή
putting up with
απλός αόριστος
put up with
παθητική μετοχή
put up with
Παραδείγματα
Teachers put up with the complexities of virtual classrooms to ensure students' education.
Οι δάσκαλοι ανέχονται τις πολυπλοκότητες των εικονικών τάξεων για να διασφαλίσουν την εκπαίδευση των μαθητών.



























