top line
top
tɑ:p
ταπ
line
laɪn
λαιν
British pronunciation
/tˈɒp lˈaɪn/

Ορισμός και σημασία του "top line"στα αγγλικά

01

ακαθάριστα έσοδα, ακαθάριστες πωλήσεις

a company's gross sales or revenues, before any costs or expenses are deducted
example
Παραδείγματα
The CEO emphasized the importance of driving top line growth during the quarterly earnings call.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος τόνισε τη σημασία της προώθησης της ανάπτυξης των ακαθάριστων πωλήσεων κατά τη διάρκεια της τριμηνιαίας κλήσης κερδών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store