Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to box in
01
περικυκλώνω, περιφράσσω
to physically confine or surround a person or thing so closely that they cannot move away or escape
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
box
ενεστώτας
box in
γ΄ ενικό πρόσωπο
boxes in
ενεστώτα μετοχή
boxing in
απλός αόριστος
boxed in
παθητική μετοχή
boxed in
Παραδείγματα
The protesters felt boxed in by the police barriers.
Οι διαμαρτυρόμενοι αισθάνθηκαν παγιδευμένοι από τα αστυνομικά εμπόδια.
02
περιορίζω, περιορίζω τις επιλογές
to limit someone's choices, making it difficult for them to take the actions they intended
Παραδείγματα
The new regulations boxed the company's expansion plans in.
Οι νέοι κανονισμοί περιορίζουν τα σχέδια επέκτασης της εταιρείας.



























