Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sick day
01
ημέρα ασθένειας, ημέρα άδειας λόγω ασθένειας
a day in which an employee has to stay at home due to illness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sick days
LanGeek



























