Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Legal department
01
νομικό τμήμα, τμήμα νομικών υποθέσεων
the division within an organization responsible for handling legal matters, ensuring compliance, and providing legal advice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
legal departments



























