Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Security office
01
γραφείο ασφαλείας, γραμματεία ασφαλείας
a designated space where security operations, monitoring, and related administrative tasks are conducted
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
security offices



























