Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Green screen
01
πράσινη οθόνη, πράσινο φόντο
a backdrop used in video and film production that can be digitally replaced with any background during post-production
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
green screens



























