folkways
folk
ˈfəʊk
fewk
ways
weɪz
veiz

Ορισμός και σημασία του "folkways"στα αγγλικά

01

έθιμα, συνήθειες

informal social norms or customary behaviors that guide everyday life within a culture 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
folkways

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

folkways

folk

+

ways

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store