Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to have a sniff
01
to smell something to check its scent
συμφραστική σύναψη
Παραδείγματα
She had a sniff of the fresh flowers in the garden.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to smell something to check its scent