Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in possession of
01
σε κατοχή, στην κατοχή
used to show that someone has control or ownership of a particular object or item
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The suspect was found in possession of stolen property.
Ο ύποπτος βρέθηκε κατέχοντας κλεμμένη περιουσία.



























