Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
out of reach of
01
εκτός εμβέλειας, απρόσιτος σε
beyond the distance or capability of someone or something to access or attain
Παραδείγματα
The dream of space travel was out of reach of most people until recent advancements.
Το όνειρο του διαστημικού ταξιδιού ήταν εκτός εμβέλειας για τους περισσότερους ανθρώπους μέχρι τις πρόσφατες εξελίξεις.



























