Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in step with
01
σε βήμα με, στον ίδιο ρυθμό με
moving at the same pace, rhythm, or level as someone or something else
Παραδείγματα
His career trajectory is in step with his ambitions.
Η τροχιά της καριέρας του είναι σε συγχρονισμό με τις φιλοδοξίες του.



























