in parallel with
in
ˈɪn
in
pa
ra
llel
lɛl
lel
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "in parallel with"στα αγγλικά

in parallel with
01

παράλληλα με, ταυτόχρονα με

occurring simultaneously or alongside something else 
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The marketing team worked in parallel with the development team to launch the new product. 

Η ομάδα μάρκετινγκ εργάστηκε παράλληλα με την ομάδα ανάπτυξης για την κυκλοφορία του νέου προϊόντος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store