Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in association with
01
σε συνεργασία με, σε συνεργασία με
in partnership with a particular person, organization, or entity
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The event was organized in association with several local businesses.
Η εκδήλωση οργανώθηκε σε συνεργασία με πολλές τοπικές επιχειρήσεις.



























