Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in association with
01
σε συνεργασία με, σε συνεργασία με
in partnership with a particular person, organization, or entity
Παραδείγματα
The workshop is hosted in association with the industry-leading experts.
Το εργαστήριο διοργανώνεται σε συνεργασία με τους κορυφαίους ειδικούς του κλάδου.



























