Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in fulfillment of
01
σε εκπλήρωση, στο πλαίσιο της εκπλήρωσης
in the act of carrying out or achieving a task, duty, or obligation as required or expected
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He completed the project in fulfillment of his commitment to the client, meeting all the specified requirements.
Ολοκλήρωσε το έργο εκπληρώνοντας τη δέσμευσή του προς τον πελάτη, πληρώνοντας όλες τις καθορισμένες απαιτήσεις.



























