in order to
in
ɪn
in
or
ɔ:
aw
der
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "in order to"στα αγγλικά

in order to
01

προκειμένου να, για να

with the intention of achieving a specific goal or outcome 
συμφραστική σύναψη
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She studied diligently in order to pass her final exams with flying colors. 

Μελέτησε επιμελώς προκειμένου να περάσει τις τελικές εξετάσεις της με επιτυχία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store