Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
wheelchair-bound
01
εξαρτώμενος από αναπηρικό καροτσάκι, χρήστης αναπηρικού καροτσιού
relying on a wheelchair for mobility due to a physical disability
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wheelchair-bound
συγκριτικός βαθμός
more wheelchair-bound
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wheelchair-bound traveler ensures hotel accommodations include accessible rooms with widened doorways and roll-in showers.
Ο ταξιδιώτης με αναπηρικό καροτσάκι διασφαλίζει ότι οι διαμορφώσεις του ξενοδοχείου περιλαμβάνουν προσβάσιμα δωμάτια με διευρυμένες πόρτες και ντους για εισροή.



























