wheelchair-bound
wheel
wi:l
vil
chair
ʧeə
che
bound
baʊnd
bawnd

Ορισμός και σημασία του "wheelchair-bound"στα αγγλικά

wheelchair-bound
01

εξαρτώμενος από αναπηρικό καροτσάκι, χρήστης αναπηρικού καροτσιού

relying on a wheelchair for mobility due to a physical disability 
wheelchair-bound definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wheelchair-bound
συγκριτικός βαθμός
more wheelchair-bound
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wheelchair-bound student navigates the campus with ease using a motorized wheelchair. 

Ο φοιτητής με αναπηρικό αμαξίδιο κινείται στην πανεπιστημιούπολη με ευκολία χρησιμοποιώντας ένα ηλεκτρικό αμαξίδιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store