wheelchair-bound
Pronunciation
/wˈiːltʃɛɹbˈaʊnd/

Ορισμός και σημασία του "wheelchair-bound"στα αγγλικά

wheelchair-bound
01

εξαρτώμενος από αναπηρικό καροτσάκι, χρήστης αναπηρικού καροτσιού

relying on a wheelchair for mobility due to a physical disability
wheelchair-bound definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wheelchair-bound
συγκριτικός βαθμός
more wheelchair-bound
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The wheelchair-bound traveler ensures hotel accommodations include accessible rooms with widened doorways and roll-in showers.
Ο ταξιδιώτης με αναπηρικό καροτσάκι διασφαλίζει ότι οι διαμορφώσεις του ξενοδοχείου περιλαμβάνουν προσβάσιμα δωμάτια με διευρυμένες πόρτες και ντους για εισροή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store