Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mitochondrial
01
μιτοχονδριακός, σχετικός με τα μιτοχόνδρια
relating to or characteristic of mitochondria, which are organelles found in cells responsible for energy production
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Mitochondrial diseases can result from mutations in genes within the mitochondrial DNA.
Οι μιτοχονδριακές ασθένειες μπορούν να προκύψουν από μεταλλάξεις στα γονίδια του μιτοχονδριακού DNA.



























