phenomenological
phe
fi
no
ˌnɒ
no
me
mi
no
lo
ˈlɒ
lo
gi
ʤɪ
ji
cal
kəl
kēl

Ορισμός και σημασία του "phenomenological"στα αγγλικά

phenomenological
01

φαινομενολογικός, σχετικός με τη μελέτη των ατομικών υποκειμενικών εμπειριών

relating to the study or analysis of individual subjective experiences and the meaning attributed to them 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The phenomenological approach to psychology emphasizes the study of individual subjective experiences. 

Η φαινομενολογική προσέγγιση στην ψυχολογία τονίζει τη μελέτη των ατομικών υποκειμενικών εμπειριών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store