Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to think highly of somebody or something
/θˈɪŋk hˈaɪli ʌv ˌɛsbˈiː slˈæʃ ˌɛstˌiːˈeɪtʃ/
[think] (much|more) of {sb}
to think highly of somebody or something
01
έχω υψηλή γνώμη για κάποιον ή κάτι, εκτιμώ ιδιαίτερα κάποιον ή κάτι
to have a very positive opinion regarding the qualities, abilities, or merits of someone or something
idiom
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
highly of
βασικό ρήμα
think
ενεστώτας
think highly of
γ΄ ενικό πρόσωπο
thinks highly of
ενεστώτα μετοχή
thinking highly of
απλός αόριστος
thought highly of
παθητική μετοχή
thought highly of
Παραδείγματα
I think much of my best friend because of their unwavering loyalty and support.
Σκέφτομαι πολύ υψηλά τον καλύτερό μου φίλο λόγω της ακλόνητης πίστης και στήριξής τους.



























