to think highly of  somebody or something
think
θɪnk
think
highly
haɪli
haili
of
ɒv
ov
somebody or something
[think] (much|more) of {sb}

Ορισμός και σημασία του "think highly of somebody or something "στα αγγλικά

to think highly of somebody or something
01

έχω υψηλή γνώμη για κάποιον ή κάτι, εκτιμώ ιδιαίτερα κάποιον ή κάτι

to have a very positive opinion regarding the qualities, abilities, or merits of someone or something 
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
highly of
βασικό ρήμα
think
ενεστώτας
think highly of
γ΄ ενικό πρόσωπο
thinks highly of
ενεστώτα μετοχή
thinking highly of
απλός αόριστος
thought highly of
παθητική μετοχή
thought highly of
Παραδείγματα
I think highly of my mentor because of their extensive knowledge and guidance. 

Σκέφτομαι πολύ θετικά τον μέντορά μου λόγω της εκτενούς γνώσης και καθοδήγησής του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store