Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rod puppet
01
κούκλα ράβδου, κουκλίστρα
a type of puppet controlled by rods or strings attached to its body, used in puppetry performances and storytelling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rod puppets
Παραδείγματα
The puppeteer skillfully moved the rod puppet to make it appear as though it was dancing.
Ο κουκλοπαίχτης κούνησε επιδέξια τη μαριονέτα με ράβδους για να φαίνεται σαν να χόρευε.



























