rod puppet
rod
ˈrɒd
ροντ
pu
πα
ppet
pɪt
πιτ

Ορισμός και σημασία του "rod puppet"στα αγγλικά

01

κούκλα ράβδου, κουκλίστρα

a type of puppet controlled by rods or strings attached to its body, used in puppetry performances and storytelling 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rod puppets
Παραδείγματα
The puppeteer skillfully moved the rod puppet to make it appear as though it was dancing. 

Ο κουκλοπαίχτης κούνησε επιδέξια τη μαριονέτα με ράβδους για να φαίνεται σαν να χόρευε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store