Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Internet access
01
πρόσβαση στο Διαδίκτυο, σύνδεση στο Διαδίκτυο
the ability of individuals or devices to connect to the Internet and access online resources, services, and information, enabling communication, browsing, and various online activities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Some rural areas still lack reliable Internet access.
Ορισμένες αγροτικές περιοχές στερούνται ακόμα αξιόπιστης πρόσβασης στο Διαδίκτυο.



























