Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wireless cable
01
ασύρματο καλώδιο, ασύρματη τηλεόραση καλωδίων
the technology that delivers cable television signals without the need for physical cables, using wireless communication methods instead
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wireless cables
Παραδείγματα
I switched to wireless cable so I no longer have to deal with tangled wires behind the TV.
Πέρασα στο ασύρματο καλώδιο για να μην χρειάζεται πλέον να ασχολούμαι με μπερδεμένα καλώδια πίσω από την τηλεόραση.



























