Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Handshape
01
σχήμα χεριού, διαμόρφωση χεριού
the specific configuration and position of the hand and fingers used in sign language to represent phonetic or phonological units
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
handshapes
Λεξικό Δέντρο
handshape
hand
shape



























