Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Social dialect
01
κοινωνική διάλεκτος, κοινωνική παραλλαγή της γλώσσας
a variation of a language associated with a specific social group or class, characterized by distinct linguistic features influenced by social factors
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
social dialects
LanGeek



























