mora
mo
ˈmɔ:
maw
ra
corakoraauraflora

Ορισμός και σημασία του "mora"στα αγγλικά

01

μόρα, μονάδα φωνολογικού χρόνου

a unit of phonological timing that determines the length or duration of a syllable or a vowel sound 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
morae

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store