Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Language contact
01
γλωσσική επαφή, γλωσσική αλληλεπίδραση
the interaction of speakers from different linguistic backgrounds, leading to the exchange and influence of linguistic features between languages
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
γλωσσική επαφή, γλωσσική αλληλεπίδραση