Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Language change
01
γλωσσική αλλαγή, εξέλιξη της γλώσσας
the natural and ongoing process by which languages evolve and transform over time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























