Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Protologism
01
πρωτολογισμός, νέο δημιουργημένο λέξη
a newly created word or expression that has not yet gained widespread acceptance or recognition within a language community
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
protologisms
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
protologism
protology
proto



























