past simple
past
ˈpast
past
sim
sɪm
sim
ple
pəl
pēl

Ορισμός και σημασία του "past simple"στα αγγλικά

01

απλός παρελθόντας, παρατατικός

a verb tense used to describe completed actions or events that happened in the past 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
past simples
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store