labile verb
Pronunciation
/lˈeɪbaɪl vˈɜːb/

Ορισμός και σημασία του "labile verb"στα αγγλικά

01

λαβίλη ρήμα, ρήμα διπλής κατασκευής

a verb that can be used either transitively or intransitively without changing its form
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
labile verbs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store