predicate noun
pre
ˈprɛ
πρε
di
ντι
cate
ˌkeɪt
κειτ
noun
naʊn
ναουν
/pɹˈɛdɪkˌeɪt nˈaʊn/

Ορισμός και σημασία του "predicate noun"στα αγγλικά

Predicate noun
01

κατηγορούμενο ουσιαστικό, ουσιαστικό κατηγορήματος

a noun that follows a linking verb and renames or identifies the subject of a sentence, providing more information about it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
predicate nouns
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store