Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Superlative adjective
01
υπερθετικός επίθετος, υπερθετικός
an adjective that is used to compare three or more entities, indicating that one entity has the highest or lowest degree of a certain quality among all others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
superlative adjectives



























