Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
possessive adjective
/pəzˈɛsɪv ˈædʒɪktˌɪv/
/pəzˈɛsɪv ˈadʒɪktˌɪv/
Possessive adjective
01
κτητικό επίθετο, κτητικός προσδιορισμός
an adjective that shows ownership or possession of a noun
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
possessive adjectives



























