Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Large format
01
μεγάλη μορφή, μεγάλη διάσταση
a type of photography that uses larger film or digital sensors than traditional 35mm film or digital cameras
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























