electrical meter
e
ɪ
i
lect
ˈlɛkt
lekt
ri
ri
cal
kəl
kēl
me
mi:
mi
ter

Ορισμός και σημασία του "electrical meter"στα αγγλικά

Electrical meter
01

ηλεκτρόμετρο, μετρητής ηλεκτρικής ενέργειας

a device used to measure and monitor the amount of electrical energy consumed in a building or specific electrical circuit 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
electrical meters
Παραδείγματα
The electrician used an electrical meter to check the voltage in the circuit before starting the repairs. 

Ο ηλεκτρολόγος χρησιμοποίησε ένα ηλεκτρικό μετρητή για να ελέγξει την τάση στο κύκλωμα πριν ξεκινήσει τις επισκευές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store